μιγνύω


μιγνύω
και μειγνύω (ΑΜ μείγνυμι και μίγνυμ.ι και μειγνύω και μιγνύω και μίγω. Α και σμιγνύω και μίσγω)
ανακατεύω, συγχωνεύω, ζυμώνω, συμφύρω
αρχ.
1. (με εχθρική σημασία) εμπλέκω σε φιλονικία ή διχόνοια, συμπλέκω
2. φέρνω κάποιον σε επαφή ή σε σχέση με κάτι («ἄνδρας.. μισγέμεναι κακότητι καὶ ἄλγεσι λευγαλέοισιν», Ομ. Οδ.)
3. περιπίπτω, καταντώ
4. (το παθ.) μίγνυμαι
α) συμπλέκομαι, συγκρούομαι, μάχομαι
β) συναναστρέφομαι με κάποιον, συζώ
γ) συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι
δ) (για πράγματα) έρχομαι σε επαφή με κάτι, εισχωρώ, εισδύω («φθεγγομένου δ' ἄρα τοῡ γε κάρη κονίῃσιν ἐμίχθη», Ομ. Ιλ.)
ε) παίρνω
στ) κυριεύομαι, καταλαμβάνομαι
ζ) έρχομαι σε έναν τόπο, εισέρχομαι κάπου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. μ(ε)ίγ-νυμι / μ(ε)γ-νύω ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *meik- «αναμιγνύω» και συνδέεται με αρχ. ινδ. miśra- (πρβλ. βαλτ. και λιθουαν. misras «αναμεμιγμένος», λίθουαν. miešiu, miešti, αρχ. σλαβ. měšo, měšiti «αναμιγνύω»). Η εναλλαγή στο θέμα μεταξύ απαθούς (μειγ-) και μηδενισμένης (μίγ-) βαθμίδας τής ρίζας έχει γεννήσει προβλήματα στην ορθογραφία τών τύπων τού ρ., μια και οι γραπτές μαρτυρίες για ορισμένους τύπους είναι ασαφείς. Η απαθής βαθμίδα μειγ- θεωρείται αρχαία στον μέλλοντα και αόριστο μείξω, ἔμειξα και πιθ. στον ενεστ. μείγνυμι, ενώ η μηδενισμένη μιγ- στον παθ. αόρ. ἐμίγην και πιθ. στον ἐμίχθην, στον παρακμ. μέμιγμαι και στο ρηματ. επίθ. μικτός. Στα παράγωγα ουσιαστικά η μηδενισμένη βαθμίδα πρέπει να είναι αρχαία στο μίξις (πρβλ. δόσις, πίστις), ενώ η απαθής στο μεῖγμα (πρβλ. πνεύμα, αλλά τίθημι: θέμα). Παρά τις προηγούμενες υποθέσεις, πολύ γρήγορα έγινε η σύγχυση ανάμεσα στα θέματα μειγ-/μιγ- έτσι ώστε δύσκολα μπορεί να προσδιοριστεί με σιγουριά σε ποιους τύπους είναι αρχικό το θ. μειγ- ή μιγ- και σε ποιους μεταγενέστερο, προϊόν αναλογίας. Πάντως τ. όπως μίγμα, μίξις ορισμένων γραπτών παραδόσεων θεωρούνται μεταγενέστεροι. Όσον αφορά τον ενεστ. μείγνυμι, από μορφολογικής απόψεως, θεωρείται μεταγενέστερος, σχηματισμένος κατά το πρότυπο πολλών ενεστώτων σε -νυμι από το θ. τού αορ. ἔμειξα. Αρχαιότερος τ. ενεστ. είναι ο τ. μίσγω (< *μιγ-σκω, πρβλ. πάσχω < *παθ-σκω), που συνδέεται με αρχ. άνω γερμ. miscan, λατ. misceo, ιρλδ. mescaim «αναμιγνύω, συγχέω». Είναι χαρακτηριστικό, τέλος, ότι μόνο στην ελλ. απαντά το ηχηρό κλειστό σύμφωνο -γ-, ενώ στις άλλες γλώσσες εμφανίζεται το άηχο κλειστό -κ- (πρβλ. ΙΕ ρίζα *meik- και αρχ. ινδ. mimiksati «αναμιγνύω» āmiksā «σβώλος πηγμένου γάλακτος»). Το θ. μιγ- τού ρήματος εμφανίζεται και ως β' συνθετικό με τη μορφή -μιγής (πρβλ. α-μιγής, παμ-μιγής, σιμ-μιγής κ.λπ.).
ΠΑΡ. μιγάς, μίγδην, μίγμα, μιγμός, μικτός, μίξη
αρχ.
μίγα, μίγδα, μιγής, μιγός, μιξ
νεοελλ.
μίκτης.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) α) μιξ(ο)-: μιξοβάρβαρος, μίξοδος, μιξοπάρθενος, μίξοφρυς
αρχ.
μιξαίθρια, μιξάνθρωπος, μιξαρχαγέτας, μιξέλλην, μιξίαμβος, μιξοβόας, μιξογενής, μιξοθάλασσος, μιξόθηλυς, μιξόθηρος, μιξόθροος, μιξόλευκος, μιξολύδιος, μιξόμβροτος, μιξονόμος, μιξόπος, μιξοφρύγιος, μιξοφυής, μιξόπλωρος
μσν.
μιξανάρρους, μιξόθριξ, μιξόλεθρος, μιξοπόλιος, μιξοφυσίτης, μιξόχροος
νεοελλ.
μιξοπαρθένα, μιξοσόλοικος, μιξομέταλλο μισγ- τού μίσγω: μισγάγκεια
αρχ.
μισγόνομος. (Β' συνθετικό) α) μ(ε)ίγνυμι / μ(ε)γνύω: αναμ(ε)ίγνυμι / αναμ(ε)ιγνύω, εγκαταμ(ε)ίγνυμι / εγκαταμ(ε)ιγνύω, επιμίγνυμι / επιμ(ε)ιγνύω / προσμ(ε)ίγνυμι, σνμμ(ε)ίγνυμι, συναναμ(ε)ίγνυμι
αρχ.
αμφιμ(ε)ίγνυμι, αποσυμμ(ε)ίγνυμι, διαμ(ε)ίγνυμι / διαμ(ε)ιγνύω, εμμ(ε)ίγνυμι, επισυμμ(ε)ίγνυμι, καταμ(ε)ίγνυμι / καταμ(ε)ιγνύω, παραμ(ε)ίγνυμι / παραμ(ε)ιγνύω, παραμ(ε)ίγνυμι, προμ(ε)ίγνυμι, προσαναμ(ε)ίγνυμι, συγκαταμ(ε)ίγνυμι, συμπαραμ(ε)ίγνυμι / συμπαραμ(ε)ιγνύω, συμπροσμ(ε)ίγνυμι, συνεπιμ(ε)ίγνυμι, υπομ(ε)ίγνυμι
β) μίσγω: αρχ. αναμίσγω, διαμίσγω, εγκαταμίσγω, εμμίσγω, επιμίσγω, καταμίσγω, μεταμίσγω, παραμίσγω, παρεμμίσγω, προσμίσγω, προσυμμίσγω, συμμίσγω, συναναμίσγω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μιγνύω — μῑγνύω , μίγνυμι mix pres subj act 1st sg μῑγνύω , μίγνυμι mix pres subj act 1st sg μῑγνύω , μίγνυμι mix pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγμα — και μείγμα, το (Α μίγμα και μεῑγμα και αιολ. τ. μεῑχμα) κάθε προϊόν ανάμιξης νεοελλ. 1. χημ. το προϊόν τής ανάμιξης περισσότερων σωμάτων, χωρίς να συντελείται χημική αντίδραση 2. φρ. α) «μίγμα καύσιμο» τεχνολ. μίγμα ατμών υγρού καυσίμου, όπως λ.χ …   Dictionary of Greek

  • μίξη — και μείξη, η (ΑΜ μίξις, εως, Α και μεῑξις) [μ(ε)ίγνυμι] 1. η ενέργεια τού μιγνύω, ανάμιξη, ανακάτωμα («σηπομένου τοῡ ὕδατος καὶ μίξιν τινὰ λαμβάνοντος πρὸς τὴν γῆν», Θεόφρ.) 2. η επαφή, η συνεύρεση με άλλο πρόσωπο (α. «σαρκική μίξη» β. «μίξις… …   Dictionary of Greek

  • μίσγω — (Α) βλ. μιγνύω …   Dictionary of Greek

  • μείγνυμι — (Α) βλ. μιγνύω …   Dictionary of Greek

  • μειγνύω — (ΑM μειγνύω, Α και μείγνυμι) βλ. μιγνύω …   Dictionary of Greek

  • σμιγνύω — ΜΑ βλ. μιγνύω …   Dictionary of Greek